Η δασκάλα άφησε ένα μεγάλο δερμάτινο βιβλίο στο θρανίο. Οι σελίδες ήταν άδειες, λευκές σαν χιόνι. Η Λίνα γέμισε περιέργεια. Έστρεψε τη σελίδα — και μια χρυσή πόρτα γλίτσησε στην πρώτη σελίδα.
Η δασκάλα βάδισε προς την τάξη. «Ανοίξτε το βιβλίο σας», είπε απαλά. Η Λίνα άγγιξε το χρυσό πλαίσιο της πόρτας. Το βιβλίο φάνηκε να αναπνέει. «Με καλεί», ψιθύρισε μέσα της.
Η Λίναίτησε την παλάμη της πάνω στη σελίδα. Η αίθουσα εξαφανίστηκε κάτω από τα παπούτσια της. Βρέθηκε σε ένα εργαστήριο γεμάτο περνών και μελάνια. Ένα μικρό χαρτί πουλί προσγειώθηκε στον ώμο της.
Η Λίνα άρπαξε μια πεννή. Έβγαλε σπείρα σε μια σκάλα. Η σκάλα ανέβηκε από τη σελίδα, τρεμοπαίζοντας. Ξέχασε το τέλος. Η πεννή τρέμισε στα δάχτυλά της. Τράβηξε μια πόρτα πάνω — και η σκάλα κρατήθηκε.
Η Λίνα ανέβηκε την ολοκληρωμένη σκάλα. Άνοιξε την πόρτα μέσα στα σύννεφα. Το εργαστήριο γύρω της άλλαξε. Η κενή σελίδα περίμενε. Έγραψε το όνομά της — Λίνα — και τα γράμματα λάμψανε χρυσά.
Τα γράμματα βύθισαν βαθιά μέσα στη σελίδα. Το εργαστήριο γύρισε σε έναν κόσμο γεμάτο ιστορία. Η Λίνα χαμογέλασε. «Τώρα έχω ξεκινήσει κάτι», σκέφτηκε χαρούμενη.
Η αίθουσα γύρισε γύρω της. Η δασκάλα περίμενε κοντά στο θρανίο. Η Λίνα έκλεισε το βιβλίο προσεκτικά. «Είμαι έτοιμη», είπε στη δασκάλα.
Η δασκάλα γέμισε χαρά. «Πες μας τι είδες, Λίνα!» η φωνή της ήχιζε. Η Λίνα κοίταξε το βιβλίο. Ήξερε ότι η ιστορία μόλις ξεκίνησε. «Θα σας πω αύριο», σκέφτηκε χαμογελώντας.